Μάκης Γιαννουσάκης: Από τα Haagen-Dazs και το «Κλικ» με τον Τερζόπουλο, στη μαρίνα του Ντουμπάι και από εκεί στη βίλα της Φιλοθέης και το φορτίο της ηρωίνης των 30 εκατ. ευρώ - Ο ρόλος του ωραίου Αλβανού και το κύκλωμα των Τούρκων
«Οταν στη ζωή σου οδηγείς με 300, κάποια στιγμή είναι βέβαιο ότι θα βρεις τοίχο. Αλίμονο σ’ αυτούς που είναι μαζί σου», σχολιάζει σε status της σελίδας του στο Facebook ένα από τα πρόσωπα που έζησαν από πολύ κοντά την έντονη και πολυτάραχη ζωή του Μάκη Γιαννουσάκη. Του επιχειρηματία με τα καφέ στο Κεφαλάρι που έφτασε ως τη μαρίνα του Ντουμπάι και από εκεί στη βίλα της Φιλοθέης με το φορτίο του ενός τόνου ηρωίνης αξίας 30 εκατ. ευρώ. Ενα δρομολόγιο με άγνωστες λεπτομέρειες, πληροφορίες και ντοκουμέντα του άλλοτε άρχοντα της νύχτας, που ξεκίνησε εκρηκτικά ένα ριψοκίνδυνο ράλι με κάθε είδους μπίζνες, μέχρι την απότομη σύγκρουσή του με την αμερικανική υπηρεσία δίωξης ναρκωτικών (DEA) και τις παράπλευρες απώλειες που προκάλεσε.
Σεπτέμβριος του 1999. Ενας νεαρός, γύρω στα 25, με στυλιζαρισμένη κόμμωση και μερικά παραπανίσια κιλά, ετοιμάζεται για το πρώτο επιχειρηματικό βήμα. Είναι ο γιος του Μιχάλη Γιαννουσάκη, ιδιοκτήτη εταιρείας διακίνησης πετρελαίου και ταυτόχρονα αφεντικού του διαχρονικού «Mike’s Irish Bar» στη διασταύρωση των οδών Σινώπης 6 και Εβρου στους Αμπελοκήπους, πίσω από τον Πύργο των Αθηνών.
Ο νεαρός Μάκης διαθέτει μια σχετική οικονομική άνεση, δεν έχει όμως το αναγκαίο και επαρκές κεφάλαιο που απαιτείται για να επιχειρήσει το δικό του μεγάλο άνοιγμα στον χώρο της εστίασης. Τότε ένα μεγαλοστέλεχος μεγάλης εταιρείας κέτερινγκ του προτείνει να συνεργαστούν. Του ζητά να σκεφτεί το ενδεχόμενο να ανοίξουν μαζί ένα κατάστημα της γνωστής αλυσίδας παγωτών Haagen-Dazs στο ανερχόμενο εκείνη την εποχή Κεφαλάρι.
Ο 25χρονος ενθουσιάζεται με την προοπτική να αποκτήσει μερίδιο σε ένα υποκατάστημα μιας παγκοσμίως γνωστής φίρμας. Από την άλλη, ξέρει πως δεν έχει όσα χρήματα χρειάζονται για να αποκτήσει τους δικούς του πόντους στην επιχείρηση.
Απευθύνεται, εξ ανάγκης, στον πλούσιο πεθερό του ζητώντας οικονομική ενίσχυση. Ο έμπορος διαμαντιών, Νίκος Σταματιάδης, ένας πανέξυπνος και δραστήριος επιχειρηματίας που έκανε μεγάλη περιουσία στην Αφρική, δεν του χαλάει χατίρι. Ας όψεται η μεγάλη αδυναμία που τρέφει για την κόρη του και σύζυγο του Μάκη Γιαννουσάκη, Τίνα Σταματιάδη.
Ο πεθερός του Γιαννουσάκη, έμπορος διαμαντιών, Νίκος Σταματιάδης, ο οποίος έκανε μεγάλη περιουσία στην Αφρική.
Η βίλα των 2.000 τ.μ.
Ο Σταματιάδης, λένε όσοι τον γνώρισαν, ήταν πάντοτε ανοιχτοχέρης, ειδικά με τους δικούς του ανθρώπους. Στο πρόσωπο του γαμπρού του έβλεπε έναν ικανό, έξυπνο και φιλόδοξο άνδρα. Με λίγα λόγια, πίστευε σ’ αυτόν και τις ικανότητές του. Και από λεφτά, ο ίδιος «το φύσαγε». Πέρα από ιδιοκτήτης πάμπολλων ακινήτων, ήταν γνωστός σε συγκεκριμένους κύκλους για τα μεγάλα στοιχήματα που έπαιζε σε παρτίδες τάβλι με άλλους πάμπλουτους συμπαίκτες, αλλά και για την άμεση καταβολή των υπέρογκων ποσών, επειδή συνήθως έχανε. Οταν επέστρεψε στην πατρίδα από το Καμερούν και εγκαταστάθηκε αρχικά με ενοίκιο στη Φιλοθέη, οι επίσης εύποροι περίοικοι είχαν εντυπωσιαστεί με την οικονομική άνεση ενός ανθρώπου στου οποίου το ισόγειο του τρίπατου σπιτιού διέμεναν καμιά δεκαριά μαύροι υπηρέτες. Προφανώς τους είχε φέρει μαζί του από την Αφρική.
Στο πρώτο σπίτι, πάντως, της οδού Κεχαγιά ο επιχειρηματίας δεν έμεινε για καιρό αφού έβαλε μπρος την κατασκευή ιδιόκτητης βίλας σε προνομιακό διπλό οικόπεδο στην οδό Αθανασίου Διάκου 9-11, εντυπωσιάζοντας πάλι τους εφοπλιστές, επιχειρηματίες και βιομηχάνους γείτονές του με το μεγαθήριο που ανέγειρε. Μια έπαυλη 2.000 τ.μ., τη μεγαλύτερη στην κομψή αυτή γειτονιά, με μεγάλη εξωτερική πισίνα και επτά τουλάχιστον αποθήκες. Στους πάνω ορόφους, ωστόσο, οι τοίχοι της βίλας ήταν διακοσμημένοι με βαλσαμωμένα κουφάρια άγριων ζώων τα οποία είχε σκοτώσει κατά καιρούς ο επιχειρηματίας στις σαβάνες της Αφρικής, από την ενασχόλησή του με το αγαπημένο του χόμπι: το σαφάρι.
Σε αυτή τη βίλα φιλοξενείται το ζευγάρι της κόρης του Τίνας και του γαμπρού του Μάκη στα πρώτα χρόνια του γάμου τους. Οι δυο τους γνωρίζονται από την εποχή που πήγαιναν μαζί σχολείο, παντρεύονται το 1993 και κάνουν δύο παιδιά, τον Νίκο και τον Μιχάλη. Η Τίνα Σταματιάδη είναι μια όμορφη, κοινωνική και ιδιαίτερα ευχάριστη στην παρέα γυναίκα, που τρέφει μεγάλη αδυναμία στον πατέρα της, εμπιστεύεται τυφλά τον σύζυγό της και λατρεύει τους δύο γιους της.
Με την οικονομική αρωγή του πεθερού του ο Μάκης Γιαννουσάκης, μόλις στα 25 του χρόνια, βρίσκεται με το 50% μιας πολλά υποσχόμενης και σύντομα κερδοφόρας επιχείρησης, που στήνεται πάνω στο ένα από τα δύο «μπράτσα» του πολυτελούς ξενοδοχείου «Theoxenia Palace» στο Κεφαλάρι. Η γρήγορη επιτυχία του πρώτου εγχειρήματος του ανοίγει την όρεξη και έτσι η δημιουργία ενός δεύτερου καταστήματος της επωνυμίας Haagen-Dazs γίνεται γρήγορα πραγματικότητα. Το εγκαινιάζει στο Κολωνάκι, στον χώρο όπου μετέπειτα εγκαταστάθηκε το γνωστό καφέ-εστιατόριο «JK», ιδιοκτησίας του επιχειρηματία Γιάννη Κολοκυθά, ο οποίος κάποια στιγμή συνεταιρίστηκε με τον Μάκη Γιαννουσάκη αποκτώντας ποσοστό του μπαρ-εστιατορίου «Κλικ».
Εχοντας γλυκαθεί από την επιτυχία και το χρήμα, ο Γιαννουσάκης μπαίνει φουριόζος στις μπίζνες. Αν και το Haagen-Dazs στο Κολωνάκι δεν έχει την ανάλογη επιτυχία με αυτό του Κεφαλαρίου και μετά από περίπου έναν χρόνο λειτουργίας κλείνει εξαιτίας και του υψηλού ενοικίου -περίπου 4 εκατ. δρχ.-, ο ίδιος δείχνει αποφασισμένος να επεκταθεί. Σκέφτεται σοβαρά να εισέλθει και στον χώρο της νύχτας. Εκείνη την περίοδο ο ιδιοκτήτης του «Theoxenia» Σάκης Δανάλης, σε μια από τις συζητήσεις που είχε μαζί του, τον ενημερώνει ότι και το δεύτερο «μπράτσο» του ξενοδοχείου είναι ελεύθερο. Δεδομένης της αγαστής συνεργασίας που είχαν εκείνο τον καιρό, τον ρωτά αν σκέφτεται να το εκμεταλλευτεί. Η ιδέα που πέφτει στο τραπέζι αφορά το άνοιγμα ενός καφέ-μπαρ- εστιατορίου υψηλών προδιαγραφών με γκουρμέ κουζίνα, που θα εξυπηρετεί τόσο τους πελάτες του ξενοδοχείου όσο και αυτούς που αναζητούν ποιότητα στο φαγητό και στη διασκέδαση. Εν τω μεταξύ η γνωριμία του με τον πρώην εκδότη της lifestyle αυτοκρατορίας Αρη Τερζόπουλο αποδεικνύεται καταλυτική για το συγκεκριμένο εγχείρημα. Και συνέβη, όπως θα πει παρακάτω ο πρώην εκδότης, εντελώς τυχαία. Οι δύο άνδρες συναντήθηκαν στο Haagen-Dazs επειδή ο εκδότης συνήθιζε να πίνει εκεί τον καφέ του, έναν εσπρέσο τον οποίο συνόδευε πάντα με μια Coca-Cola. Πάνω σε μια κουβέντα, στην οποία παρών ήταν και ο πεθερός του Μάκη Γιαννουσάκη, Νίκος Σταματιάδης, αμφότεροι αντιλαμβάνονται πως έχουν κοινό όραμα: τη δημιουργία ενός μαγαζιού υψηλής αισθητικής που θα λειτουργεί από νωρίς το πρωί σερβίροντας καφέ και πρωινά εδέσματα, το μεσημέρι θα μετατρέπεται σε ιδανικό πόστο για επαγγελματικά γεύματα, ενώ το βράδυ, με τον κατάλληλο φωτισμό, θα μεταμορφώνεται σε ένα ατμοσφαιρικό μπαρ-εστιατόριο που δεν θα έχει σε τίποτα να ζηλέψει αυτά της Νέας Υόρκης.
Ο Γιαννουσάκης εξηγεί αναλυτικά στον Τερζόπουλο τα σχέδιά του και ο εκδότης, που πάντα ήθελε να ασχοληθεί με τον τομέα της εστίασης και να δημιουργήσει ένα μπαρ-εστιατόριο που θα φέρει τη δική του υπογραφή, προτείνει: «Να το ονομάσουμε “Κλικ”, όπως και το περιοδικό». Η ιδέα του Τερζόπουλου να ταυτιστεί το μαγαζί με το πλέον επιτυχημένο lifestyle περιοδικό των 90ς, αλλά και την ομώνυμη ραδιοφωνική συχνότητα, μοιάζει ελκυστική. Είναι οι εποχές που το χρήμα ρέει άφθονο στην αγορά και οι τάσεις στη διασκέδαση εκσυγχρονίζονται. Οι δυο τους συνεταιρίζονται και το «Κλικ» ανοίγει τις πόρτες του τον Σεπτέμβριο του 2000. Από την πρώτη κιόλας μέρα της λειτουργίας του σημειώνεται κοσμοσυρροή.




